ἴδιος


ἴδιος
ἴδιος, ά, ον собственный,особый, индивидуальный (ср. лингв, идиома; мед. идиосинкразия - предрасположенность человека к только ему свойственным реакциям) κατ' ἰδίαν частным образом, приватно

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἴδιος" в других словарях:

  • ἴδιος — one s own masc nom sg ἴδιος one s own masc/fem nom sg ἴ̱διος , ἶδος sweat neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίδιος — (I) ία, ον (ΑΜ ἴδιος, ία, ον, Α αττ. θηλ. ἴδιος) 1. αυτός που ανήκει σε κάποιον ως κτήμα του, ο οικείος, ο δικός, σε αντιδιαστολή προς το «αλλότριος», ξένος (α. «ο οργανισμός πρέπει να αποκτήσει ιδίους πόρους» β. «χωρίον ἡμέτερον ἴδιον», Δημοσθ.) …   Dictionary of Greek

  • ίδιος, -ια, -ιο — επίρρ. ίδια 1. δικός (μου, σου, του): Τοάκουσα με τα ίδια τα αυτιά μου. 2. όμοιος με τον εαυτό του: Υποφέρει από την ίδια αρρώστια. – Ψωνίζει από το ίδιο μαγαζί πάντα. 3. όμοιος με κάποιον: Η καινούρια κυβέρνηση είναι ίδια με την προηγούμενη. –… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ίδιος — [идиос] επ. собственный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἰδιώτερον — ἴδιος one s own adverbial comp ἴδιος one s own masc acc comp sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc comp sg ἴδιος one s own masc acc comp sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc comp sg ἴδιος one s own adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτέρων — ἴδιος one s own fem gen comp pl ἴδιος one s own masc/neut gen comp pl ἴδιος one s own fem gen comp pl ἴδιος one s own masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτατα — ἴδιος one s own adverbial superl ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl pl ἴδιος one s own adverbial superl ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτατον — ἴδιος one s own masc acc superl sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl sg ἴδιος one s own masc acc superl sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδίω — ἴδιος one s own masc/neut nom/voc/acc dual ἴδιος one s own masc/neut gen sg (doric aeolic) ἴδιος one s own masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἴδιος one s own masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἰδέω know pres subj act 1st sg (doric) ἰδέω know pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδίως — ἴδιος one s own adverbial ἴδιος one s own masc acc pl (doric) ἴδιος one s own adverbial ἴδιος one s own masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴδιον — ἴδιος one s own masc acc sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc sg ἴδιος one s own masc/fem acc sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc sg ἴ̱διον , ἰδέω know imperf ind act 3rd pl (doric) ἴ̱διον , ἰδέω know imperf ind act 1st sg (doric) ἴ̱διον , ἰδίω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)